Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγχιστεία [ἀγχιστεία] αγ-χι-στεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. συγγενικός δεσμός που προκύπτει από γάμο: Συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις ~ας. 2. ΒΙΟΛ. χημική συγγένεια, τάση δύο χημικών ουσιών να δημιουργούν ισχυρούς ή ασθενείς δεσμούς κατά τον σχηματισμό μορίων ή συμπλεγμάτων. ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία: που προκύπτει από γάμο: τέκνα ~ ~. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος [< 1: αρχ. ἀγχιστεία 2: γαλλ. affinité]