Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγχωτικός , ή, ό [ἀγχωτικός] αγ-χω-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από, προξενεί ή σπανιότ. νιώθει άγχος: ~ός: ρυθμός ζωής/τύπος/χαρακτήρας. ~ή: νίκη. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: καταστάσεις/σκέψεις.|| (ως ουσ.) Ο ~. Βλ. αντι~. ΣΥΝ. αγχογόνος, αγχώδης ΑΝΤ. αγχολυτικός ● επίρρ.: αγχωτικά [< γαλλ. angoissé, angoisseux, anxieux]