Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγχωτικός , ή, ό [ἀγχωτικός] αγ-χω-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από, προξενεί ή σπανιότ. νιώθει άγχος: ~ός: ρυθμός ζωής/τύπος/χαρακτήρας. ~ή: νίκη. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: καταστάσεις/σκέψεις.|| (ως ουσ.) Ο ~. Βλ. αντι~. ΣΥΝ. αγχογόνος, αγχώδης ΑΝΤ. αγχολυτικός ● επίρρ.: αγχωτικά [< γαλλ. angoissé, angoisseux, anxieux]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.