Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγωγιμομετρικός , ή, ό [ἀγωγιμομετρικός] α-γω-γι-μο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στη μέτρηση της αγωγιμότητας ενός υλικού: ~ός: ανιχνευτής/έλεγχος. ~ή: ανάλυση/διάταξη/κυψελίδα/μέθοδος. ~ό: κελί. ~ή και ιοντική συμπεριφορά ηλεκτρολυτών. [< αγγλ. conductometric, 1926]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.