Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αδελφοκτονία [ἀδελφοκτονία] α-δελ-φο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) & αδερφοκτονία (επίσ.): φόνος αδελφού ή αδελφής και κατ' επέκτ. εμφύλιος πόλεμος: ~ για κτηματικές διαφορές. Πβ. αδελφοσκοτωμός. Βλ. -κτονία. [< μτγν. ἀδελφοκτονία]

-κτονία

-κτονία(λόγ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει φόνο, θάνατο, εξόντωση: αδελφο~/ανθρωπο~/γενο~/γυναικο~/μητρο~/παιδο~/πατρο~/τεκνο~.|| Λιμο~.|| Ζωο~. Mυο~.