Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αδελφότητα [ἀδελφότητα] α-δελ-φό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ητος} (λόγ.) 1. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) φιλανθρωπικός, θρησκευτικός, πολιτιστικός ή συντεχνιακός σύλλογος, οργάνωση: παγκρήτια/φιλόπτωχος/φοιτητική ~. Χριστιανική ~ Νέων (ΧΑΝ). ~ κυριών/Ποντίων.|| (ΙΣΤ.) Μυστική ~. Βλ. συντεχνία, σωματείο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των μοναχών που ανήκουν στην ίδια μοναστηριακή κοινότητα: αγιοταφίτικη ~. 3. (σπάν.) αδελφοσύνη. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἀδελφότης, γαλλ. confrérie]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

συντεχνία

συντεχνίασυ-ντε-χνί-α ουσ. (θηλ.) {συντεχνιών} 1. κλειστή ένωση εμπόρων, τεχνιτών ή άλλων επαγγελματιών με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων του κλάδου τους και την αλληλεγγύη των μελών της· γενικότ. κάθε οργάνωση επαγγελματιών: ~ αρτοποιών/υφαντουργών.|| (ΙΣΤ.) Βυζαντινές/μεσαιωνικές ~ες. Πβ. σινάφι. 2. οργανωμένη ομάδα προσώπων, συνήθ. του ίδιου επαγγέλματος, που ενεργεί αποκλειστικά με βάση τα στενά συμφέροντά της, συχνά σε βάρος άλλων. Πβ. κάστα, λόμπι. [< 1: μτγν. συντεχνία, γαλλ. corporation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.