Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αδενοκαρκίνωμα [ἀδενοκαρκίνωμα] α-δε-νο-καρ-κί-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καρκίνωμα αδενικού ιστού ή γενικότ. κακοήθης όγκος, τα κύτταρα του οποίου έχουν αδενικές δομές: βλεννώδες/γαστρικό/θηλώδες/μεταστατικό ~. ~ του μαστού/νεφρού/παχέος εντέρου/προστάτη/στομάχου. Βλ. αδένωμα, -ωμα2. [< αγγλ. adenocarcinoma, γαλλ. adénocarcinome, πριν από το 1929]

αδένωμα

αδένωμα[ἀδένωμα] α-δέ-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος που σχηματίζεται σε αδενικό ιστό ή από αδενικές δομές: γαστρικό/ηπατικό ~. ~ των επινεφριδίων/του θυρεοειδούς/της υποφύσεως. Βλ. αδενοκαρκίνωμα, ινο~, -ωμα2. [< γαλλ. adénome, αγγλ. adenoma]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.