Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αδενωματώδης , ης, ες [ἀδενωματώδης] α-δε-νω-μα-τώ-δης επίθ. {αδενωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: ΙΑΤΡ. που ανήκει σε αδένωμα ή σε οζώδη υπερπλασία αδένα: ~ης: πολυποδίαση. Βλ. -ώδης. [< αγγλ. adenomatous]

-ώδης

-ώδης, ης, ες (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. χαρακτηρίζεται ή αποτελείται, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό, από αυτό που δηλώνει το επίθετο: αιματ~/θορυβ~/θυελλ~/σαρκ~.|| Δενδρ~/ελ~/θαμν~. 2. (μειωτ.) έχει την ιδιότητα που εκφράζει το πρώτο μέρος της λέξης: νηπι~/παιδαρι~. 3. αναδίδει μυρωδιά: δυσ~/ευ~.