Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


αεριωθούμενος

αεριωθούμενος, η, ο [ἀεριωθούμενος] α-ε-ρι-ω-θού-με-νος επίθ. & αεριοπροωθούμενος: που προκαλεί ή κινείται με αεριώθηση: ~ος: κινητήρας/πύραυλος. ● Ουσ.: αεριωθούμενο (το) {-ου (λόγ.) -ένου}: ΤΕΧΝΟΛ. τύπος στρατιωτικού ή πολιτικού αεροπλάνου που η προώθησή του γίνεται με κινητήρα αεριώθησης: επιβατικό/μαχητικό ~. ΣΥΝ. τζετ (1) [< αγγλ. jet (propelled)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.