Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αερισμός [ἀερισμός] α-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (για χώρο ή τον ανθρώπινο οργανισμό) διαδικασία παροχής ή/και αφαίρεσης αέρα: (αν)επαρκής/αυτόματος/(βιο)μηχανικός/τεχνητός/φυσικός ~. ~ εδάφους/θερμοκηπίων/σπιτιού/χώρων. Ανοίγματα/θυρίδες/μονάδες ~ού. Κτίρια με καλό ~ό. Πβ. εξ~.|| (ΙΑΤΡ.) Υποβοηθούμενος ~. ~ πνεύμονα. Βλ. υπερ~, υπο~.|| Παπούτσια/ρούχα που επιτρέπουν τον ~ό του ποδιού/σώματος. 2. (σπανιότ.) αέρισμα. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. aération]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.