Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αεροναυαγοσωστικός , ή, ό [ἀεροναυαγοσωστικός] α-ε-ρο-ναυ-α-γο-σω-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διάσωση ναυαγών με τη βοήθεια αεροπορικού μέσου: ~ό: σκάφος. ● Ουσ.: αεροναυαγοσωστικό (το) 1. κατάλληλα εξοπλισμένο αεροσκάφος για εντοπισμό ναυαγών και τον εφοδιασμό τους με σωστικά μέσα. 2. ταχύ πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος, που χρησιμοποιείται σε αεροναυτική συνεργασία. Βλ. καταδρομικό.

καταδρομικό

καταδρομικόκα-τα-δρο-μι-κό ουσ. (ουδ.) ΣΤΡΑΤ. 1. ταχύ πολεμικό σκάφος: βαρύ/ελαφρύ ~. Θωρηκτό-~. ~ κατευθυνόμενων βλημάτων/μάχης. Βλ. αντιτορπιλικό, αρματαγωγό, υποβρύχιο. 2. μαχητικό αεροσκάφος που προορίζεται για καταδρομές. Βλ. καταδιωκτικό. [< γαλλ. croiseur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.