Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αεροναυπηγικός , ή, ό [ἀεροναυπηγικός] α-ε-ρο-ναυ-πη-γι-κός επίθ.: ΑΕΡΟΝ. που σχετίζεται με την αεροναυπηγική ή τον αεροναυπηγό: ~ή: βιομηχανία. ~ές: εκθέσεις/εφαρμογές/κατασκευές. ~ά: προγράμματα/συστήματα. ΣΥΝ. αεροναυτικός (1)