Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αεροπλανοφόρο [ἀεροπλανοφόρο] α-ε-ρο-πλα-νο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΑΕΡΟΝ. μεγάλο πολεμικό πλοίο με κατάστρωμα κατάλληλα διαμορφωμένο για απονήωση, προσνήωση, μεταφορά ή/και συντήρηση πολεμικών αεροσκαφών: πυρηνοκίνητο/υπερσύγχρονο ~. ~ κρούσης/συνοδείας. Πλήρωμα ~ου. Μοίρες ~ων. Το ~ αγκυροβόλησε/ελλιμενίστηκε/ναυπηγήθηκε. Τα ~α είναι πλωτά αεροδρόμια. [< αγγλ. aircraft carrier, 1919, γαλλ. porte-avion(s), 1921]