Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αεροστεγανότητα [ἀεροστεγανότητα] α-ε-ρο-στε-γα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα σώματος ή υλικού να εμποδίζει την είσοδο ή διαφυγή του αέρα: Τα κουφώματα αλουμινίου παρέχουν καλή ~. Βλ. αεροδιαπερατότητα. [< αγγλ. airtightness]

αεροδιαπερατότητα

αεροδιαπερατότητα[ἀεροδιαπερατότητα] α-ε-ρο-δι-α-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & αεροπερατότητα (επιστ.): η ιδιότητα του αεροδιαπερατού: ~ του εδάφους/του επιθέματος/των κεραμικών. Βλ. αεροστεγανότητα. [< αγγλ. air permeability]