Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αερόθερμος , η, ο [ἀερόθερμος] α-ε-ρό-θερ-μος επίθ.: που θερμαίνεται με αέρα: ~ος: φούρνος. ~η: σόμπα. ΑΝΤ. αερόψυκτος [< γαλλ. aérotherme]