Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αθερίνα [ἀθερίνα] α-θε-ρί-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος μικρού και λεπτού ψαριού (επιστ. ονομασ. Atherina hepsetus): νωπή/τηγανητή ~. Βλ. γόπα, μαρίδα. [< μεσν. αθερίνα]

γόπα

γόπαγό-πα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό ψάρι (επιστ. ονομασ. Boops boops) με ασημί πλευρά και κοιλιά, το οποίο ζει κοπαδιαστά στη Μεσόγειο και τον Α. Ατλαντικό. 2. (προφ.) αποτσίγαρο: ~ες από τσιγάρα. [< 1: μτγν. βόωψ, βόαξ]