Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αθεϊστής [ἀθεϊστής] α-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. στο θηλ. αθεΐστρια}: ΦΙΛΟΣ. οπαδός του αθεϊσμού. Πβ. άθεος. Βλ. αγνωστικιστής, θεϊστής. [< γαλλ. athéiste, αγγλ. atheist]

αγνωστικιστής

αγνωστικιστής[ἀγνωστικιστής] α-γνω-στι-κι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. υποστηρικτής του αγνωστικισμού. Βλ. (α)θεϊστής, άθεος. [< γαλλ. agnostique, αγγλ. agnostic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.