Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αθεϊστής [ἀθεϊστής] α-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. στο θηλ. αθεΐστρια}: ΦΙΛΟΣ. οπαδός του αθεϊσμού. Πβ. άθεος. Βλ. αγνωστικιστής, θεϊστής. [< γαλλ. athéiste, αγγλ. atheist]

αγνωστικιστής

αγνωστικιστής[ἀγνωστικιστής] α-γνω-στι-κι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. υποστηρικτής του αγνωστικισμού. Βλ. (α)θεϊστής, άθεος. [< γαλλ. agnostique, αγγλ. agnostic]