Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αθεόφοβος , η, ο [ἀθεόφοβος] α-θε-ό-φο-βος επίθ./ουσ. 1. (συνήθ. σε εκφράσεις έκπληξης, επιδοκιμασίας, θαυμασμού) ικανός, επιδέξιος: Πώς την έπεισες, βρε ~ε; Δεν λογαριάζει κανέναν η ~η! Πβ. άτιμος. 2. που επιδίδεται σε άνομες πράξεις, ασεβής: Έκλεψε μέχρι και το παγκάρι της εκκλησίας, ο ~! Πβ. απατεώνας, θεομπαίχτης.