Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αθωώνω [ἀθῳώνω] α-θω-ώ-νω ρ. {αθώω-σε, αθωώ-θηκα, -μένος, αθωών-οντας}: ΝΟΜ. κρίνω με δικαστική απόφαση ότι κάποιος δεν είναι ένοχος και τον απαλλάσσω από την κατηγορία που του αποδόθηκε: ~θηκε πανηγυρικά/τελεσίδικα. Ελπίζει πως θα ~θεί στο εφετείο. Οι δικαστές/ένορκοι ~σαν τον κατηγορούμενο ομόφωνα/παμψηφεί. ~μένοι από τη δικαιοσύνη.|| (μτφ.) Τους ~σαν μετά τη μεγάλη νίκη. ΑΝΤ. καταδικάζω (1) [< μτγν. ἀθῳῶ]