Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αιγίδα [αἰγίδα] αι-γί-δα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: υπό την αιγίδα (λόγ.) & κάτω από την αιγίδα: με επίσημη υποστήριξη: Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε/τελεί(ται)/τίθεται ~ ~ του δήμου/κράτους/ΟΗΕ/Προέδρου της Δημοκρατίας/Υπουργείου. ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Ουνέσκο. Πβ. υπό την προστασία (κάποιου). [< αρχ. αἰγίς ‘ασπίδα από δέρμα κατσίκας’, γαλλ. sous l'égide, αγγλ. under the aegis, ιταλ. sotto l'egida]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.