Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αιθρία [αἰθρία] αι-θρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καλοκαιρία, ξαστεριά. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κεραυνός εν αιθρία (μτφ.): για ξαφνικό και απροσδόκητο δυσάρεστο γεγονός: Η είδηση του θανάτου του έπεσε/ήρθε σαν ~ ~. Η παραίτησή του δεν αποτελεί ~ό ~, ήταν αναμενόμενη. [< αρχ. αἰθρία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.