αιματο- & αιματό- & αιματ- & (λαϊκό) ματο- & ματό-: α΄ συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στο αίμα: αιματο-βαμμένος/~κρίτης/~κύλισμα/~χυσία. Αιματ-έμεση.|| (εμφάνιση ή συγκέντρωση αίματος οφειλόμενη σε παθολογικά αίτια:) Αιματ-ουρία. Πβ. αιμο-.
αιματοβαμμένος , η, ο [αἱματοβαμμένος] αι-μα-το-βαμ-μέ-νος επίθ. & (λαϊκό) ματοβαμμένος 1. που έχει λερωθεί με αίμα και γενικότ. σχετίζεται με αιματοχυσίες και αγώνες: ~η: σημαία. ~α: χέρια. Ο άτυχος οδηγός ξεψύχησε στην ~η άσφαλτο.|| ~ος: πόλεμος (ΑΝΤ. αναίμακτος). ~η: γη/ιστορία. Τα ~α χώματα της πατρίδας. Πβ. αιματηρός, ματωμένος.|| (για πρόσ.) ~ος: τύραννος (ΣΥΝ. αιμοσταγής).2. (μτφ.-λογοτ.) που έχει το χρώμα του αίματος, κατακόκκινος: ~η: σελήνη. ΣΥΝ. αιμάτινος (2), αιματώδης (2)
αιματοεγκεφαλικός , ή, ό [αἱματοεγκεφαλικός] αι-μα-το-ε-γκε-φα-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αιματοεγκεφαλικός φραγμός: ΦΥΣΙΟΛ. επιλεκτικός μηχανισμός που εμποδίζει την είσοδο ορισμένων -κυρ. μακρομοριακών- ουσιών από το αίμα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και τον εγκεφαλικό ιστό. [< αγγλ. blood-brain barrier, 1944]
αιματοκρίτης [αἱματοκρίτης] αι-μα-το-κρί-της ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. το ποσοστό του όγκου του αίματος που καταλαμβάνουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια: υψηλός/χαμηλός ~. Ανέβηκε/έπεσε ο ~. Γενική εξέταση αίματος για τον έλεγχο του ~η (: εργαστηριακός δείκτης εκτίμησης του αριθμού των ερυθροκυττάρων). [< γαλλ. hématocrite, 1900, αγγλ. hematocrit]
αιματοκυλώ & αιματοκυλίζω [αἱματοκυλῶ] αι-μα-το-κυ-λώ ρ. (μτβ.) {αιματοκύλ-ησε κ. αιματοκύλι-σε, αιματοκυλί-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος} & (λαϊκό-λογοτ.) ματοκυλώ: προξενώ αιματοχυσία: Ο πόλεμος ~σε τη χώρα. Το έθνος ~στηκε από τον εμφύλιο σπαραγμό. ~σμένη: περιοχή (ΣΥΝ. αιματοβαμμένη). [< μεσν. αιματοκυλώ]
αιματολογία [αἱματολογία] αι-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη φυσιολογία και τις ασθένειες του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων του σώματος: εργαστηριακή/κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hématologie, αγγλ. hæmatology]
αιματολογικός , ή, ό [αἱματολογικός] αι-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αιματολογία ή στον αιματολόγο: ~ός: αναλυτής/έλεγχος. ~ό: εργαστήριο. ~ές: εξετάσεις/κακοήθειες. ~ά: νοσήματα. ● Ουσ.: αιματολογικά (τα) (προφ.): τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων. [< γαλλ. hématologique, αγγλ. hæmatologic(al), 1946]
αιματουρία [αἱματουρία] αι-μα-του-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική παρουσία αίματος στα ούρα. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. hématurie, αγγλ. hæmaturia]
αιματοχυσία [αἱματοχυσία] αι-μα-το-χυ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σοβαρός τραυματισμός ή βίαιος θάνατος πολλών ανθρώπων κατά τη διάρκεια αιματηρής σύγκρουσης ή ένοπλης επίθεσης: Συνεχίζεται η ~ στο ... (πβ. λουτρό αίματος). Έκκληση για τερματισμό της ~ας απηύθυνε ο ... Πβ. Αρμαγεδδώνας. ΣΥΝ. αιματοκύλισμα [< μτγν. αἱματοχυσία]
-λογία
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός.2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~.3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~.4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
-λόγος
-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος.2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~.3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~.4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.
-ουριά
-ουριά(λαϊκό): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών με μεγεθυντική, συνήθ. μειωτική, ή περιληπτική σημασία: λασπ~.|| Κλεφτ~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.