Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 11 εγγραφές  [0-11]


  • αιματο- & αιματό- & αιματ- & (λαϊκό) ματο- & ματό-: α΄ συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στο αίμα: αιματο-βαμμένος/~κρίτης/~κύλισμα/~χυσία. Αιματ-έμεση.|| (εμφάνιση ή συγκέντρωση αίματος οφειλόμενη σε παθολογικά αίτια:) Αιματ-ουρία. Πβ. αιμο-.
  • αιματοβαμμένος , η, ο [αἱματοβαμμένος] αι-μα-το-βαμ-μέ-νος επίθ. & (λαϊκό) ματοβαμμένος 1. που έχει λερωθεί με αίμα και γενικότ. σχετίζεται με αιματοχυσίες και αγώνες: ~η: σημαία. ~α: χέρια. Ο άτυχος οδηγός ξεψύχησε στην ~η άσφαλτο.|| ~ος: πόλεμος (ΑΝΤ. αναίμακτος). ~η: γη/ιστορία. Τα ~α χώματα της πατρίδας. Πβ. αιματηρός, ματωμένος.|| (για πρόσ.) ~ος: τύραννος (ΣΥΝ. αιμοσταγής). 2. (μτφ.-λογοτ.) που έχει το χρώμα του αίματος, κατακόκκινος: ~η: σελήνη. ΣΥΝ. αιμάτινος (2), αιματώδης (2)
  • αιματοεγκεφαλικός , ή, ό [αἱματοεγκεφαλικός] αι-μα-το-ε-γκε-φα-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αιματοεγκεφαλικός φραγμός: ΦΥΣΙΟΛ. επιλεκτικός μηχανισμός που εμποδίζει την είσοδο ορισμένων -κυρ. μακρομοριακών- ουσιών από το αίμα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και τον εγκεφαλικό ιστό. [< αγγλ. blood-brain barrier, 1944]
  • αιματοκρίτης [αἱματοκρίτης] αι-μα-το-κρί-της ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. το ποσοστό του όγκου του αίματος που καταλαμβάνουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια: υψηλός/χαμηλός ~. Ανέβηκε/έπεσε ο ~. Γενική εξέταση αίματος για τον έλεγχο του ~η (: εργαστηριακός δείκτης εκτίμησης του αριθμού των ερυθροκυττάρων). [< γαλλ. hématocrite, 1900, αγγλ. hematocrit]
  • αιματοκύλισμα [αἱματοκύλισμα] αι-μα-το-κύ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) ματοκύλισμα: αιματοχυσία: νέος κύκλος ~ίσματος. Διώξεις και ~ίσματα.
  • αιματοκυλώ & αιματοκυλίζω [αἱματοκυλῶ] αι-μα-το-κυ-λώ ρ. (μτβ.) {αιματοκύλ-ησε κ. αιματοκύλι-σε, αιματοκυλί-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος} & (λαϊκό-λογοτ.) ματοκυλώ: προξενώ αιματοχυσία: Ο πόλεμος ~σε τη χώρα. Το έθνος ~στηκε από τον εμφύλιο σπαραγμό. ~σμένη: περιοχή (ΣΥΝ. αιματοβαμμένη). [< μεσν. αιματοκυλώ]
  • αιματολογία [αἱματολογία] αι-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη φυσιολογία και τις ασθένειες του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων του σώματος: εργαστηριακή/κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hématologie, αγγλ. hæmatology]
  • αιματολογικός , ή, ό [αἱματολογικός] αι-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αιματολογία ή στον αιματολόγο: ~ός: αναλυτής/έλεγχος. ~ό: εργαστήριο. ~ές: εξετάσεις/κακοήθειες. ~ά: νοσήματα. ● Ουσ.: αιματολογικά (τα) (προφ.): τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων. [< γαλλ. hématologique, αγγλ. hæmatologic(al), 1946]
  • αιματολόγος [αἱματολόγος] αι-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην αιματολογία: παθολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. hématologue, αγγλ. hæmatologist, 1904]
  • αιματουρία [αἱματουρία] αι-μα-του-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική παρουσία αίματος στα ούρα. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. hématurie, αγγλ. hæmaturia]
  • αιματοχυσία [αἱματοχυσία] αι-μα-το-χυ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σοβαρός τραυματισμός ή βίαιος θάνατος πολλών ανθρώπων κατά τη διάρκεια αιματηρής σύγκρουσης ή ένοπλης επίθεσης: Συνεχίζεται η ~ στο ... (πβ. λουτρό αίματος). Έκκληση για τερματισμό της ~ας απηύθυνε ο ... Πβ. Αρμαγεδδώνας. ΣΥΝ. αιματοκύλισμα [< μτγν. αἱματοχυσία]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

-λόγος

-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.

-ουριά

-ουριά(λαϊκό): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών με μεγεθυντική, συνήθ. μειωτική, ή περιληπτική σημασία: λασπ~.|| Κλεφτ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.