Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αισθησιοκινητικός , ή, ό [αἰσθησιοκινητικός] αι-σθη-σι-ο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. -ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στη σχέση μεταξύ αισθήσεων και κίνησης: ~ή: αγωγή/δραστηριότητα/νοηµοσύνη/περίοδος. ~ή ανάπτυξη των νηπίων. ~ά γνωστικά σχήματα. Βλ. κιναισθητικός. [< γαλλ. sensorimoteur]

κιναισθητικός

κιναισθητικός, ή, ό κι-ναι-σθη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με την κιναισθησία: ~ή: αντίληψη/ικανότητα/νοημοσύνη. ~ό: τμήμα (του εγκεφάλου). ~ές: δυσκολίες. ~ά ερεθίσματα. Ακουστικός, οπτικός και ~ τύπος μαθητή. [< γαλλ. kinesthésique, 1931, αγγλ. kinesthetic, 1953]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.