Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αισιόδοξος , η, ο [αἰσιόδοξος] αι-σι-ό-δο-ξος επίθ. 1. που τον χαρακτηρίζει αισιοδοξία: ~ο: άτομο (ΣΥΝ. οπτιμιστής, ΑΝΤ. πεσιμιστής). ~ για το εκλογικό αποτέλεσμα/το μέλλον/την πορεία της χώρας. Συγκρατημένα ~.|| ~η: άποψη/διάθεση/στάση (πβ. οπτιμιστικός, ΑΝΤ. πεσιμιστικός). Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. απαισιόδοξος 2. ευνοϊκός, θετικός: ~η: εξέλιξη/προοπτική. ~ο: μήνυμα (ΣΥΝ. ευοίωνο, ΑΝΤ. δυσοίωνο)/σχέδιο. ~ες: προβλέψεις. Βλ. αίσιος. ● επίρρ.: αισιόδοξα [< γαλλ. optimiste]

αίσιος

αίσιος, α, ο [αἴσιος] αί-σι-ος επίθ. (λόγ.): που έχει θετική, επιτυχή κατάληξη ή σχετίζεται με αυτή: ~α: έκβαση. ~ο: αποτέλεσμα. ~ο (= ευτυχές) τέλος είχε η ιστορία/η περιπέτεια ... ~ οιωνός για το μέλλον (: καλό σημάδι, γούρι). Βλ. εξ~. ΣΥΝ. ευνοϊκός (1), ευοίωνος ΑΝΤ. δυσμενής, δυσοίωνος ● επίρρ.: αισίως (λόγ.) & αίσια: χωρίς αντιξοότητες, επιτέλους: Έκλεισε/έφτασε ~ τα ογδόντα χρόνια.|| Ύστερα από αιματηρές οικονομίες κατάφερα ~ να αγοράσω ... ● ΦΡ.: αίσιο(ν) και ευτυχές το νέο(ν) έτος βλ. έτος [< αρχ. αἴσιος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.