ακαριαίος , α, ο [ἀκαριαῖος] α-κα-ρι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που συντελείται ή γίνεται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, άμεσος: ~ος: έρωτας (= κεραυνοβόλος)/θάνατος (πβ. αιφνίδιος, ξαφνικός)/πυροβολισμός. ~α: αλλαγή/δράση/έκρηξη/επέμβαση/κινητοποίηση/μεταβολή. ~ο: πλήγμα/φιτίλι (: που προκαλεί άμεση έκρηξη). Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. αστραπιαίος, στιγμιαίος (1) ● επίρρ.: ακαριαία & (σπάν.-λόγ.) ακαριαίως:Σκοτώθηκε ~. [< αρχ. ἀκαριαῖος]
-ιαίος
-ιαίος, α, ο λόγιο επίθημα για την παραγωγή επιθέτων κυρ. από ουσιαστικά∙ δηλώνει 1. διάρκεια ή επανάληψη σε τακτά χρονικά διαστήματα: στιγμ~/ωρ~.|| Eβδομαδ~/μην~.2. μέρος του σώματος: κροταφ~ (= κροταφικός)/μετωπ~ (λοβός). Μηρ-ιαίο (οστό). Γλουτ-ιαίοι (μύες).3. τρόπο: βαθμ~/κατακλυσμ~.4. μέγεθος ή ποσότητα: γιγαντ~ (πβ. -ιος)/κολοσσ~/σπιθαμ~.|| Εκατοστ~/ποσοστ~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.