Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ακετόνη [ἀκετόνη] α-κε-τό-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμο, πτητικό και εύφλεκτο υγρό, με έντονη οσμή, που χρησιμοποιείται ως διαλύτης: ~ για την αφαίρεση του βερνικιού των νυχιών. Η ασετυλίνη διαλύεται µέσα σε υγρή ~. Βλ. κετόνη, -όνη. ΣΥΝ. ασετόν [< γαλλ. acétone]

κετόνη

κετόνηκε-τό-νη ουσ. (θηλ.) {συχνότ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. καθεμία από τις οργανικές ενώσεις (με τύπο RC(=O)R'), που περιέχουν την καρβονυλική ομάδα C=Ο μέσα στην αλυσίδα του μορίου τους. Βλ. α~, αλδεΰδη, κετοναιμία, κετονουρία. [< γερμ. Keton, αγγλ. ketone, γαλλ. cétone]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.