Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ακοομετρικός , ή, ό [ἀκοομετρικός] α-κο-ο-με-τρι-κός επίθ. & ακουομετρικός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ακοομετρία ή στο ακοόμετρο: ~ή: εξέταση. ~ό: διάγραμμα. ~ά: τεστ. [< γαλλ. audiométrique, αγγλ. audiometric]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.