Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • ακορντεόν [ἀκορντεόν] α-κορ-ντε-όν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. φορητό μουσικό όργανο που αποτελείται από πτυχωτό τμήμα (φυσερό), με πλήκτρα από τη μια και κουμπιά από την άλλη πλευρά, το οποίο, καθώς συμπιέζεται ή εκτείνεται, πάλλει μεταλλικές γλωττίδες: διατονικό/χρωματικό ~. Σολίστας του ~. [< γαλλ. accordéon]
  • ακορντεονίστας, ακορντεονίστρια [ἀκορντεονίστας] α-κορ-ντε-ο-νί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. θηλ. ακορντεονίστα}: μουσικός που παίζει ακορντεόν. [< γαλλ. accordéoniste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.