Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ακούραστος , η, ο [ἀκούραστος] α-κού-ρα-στος επίθ.: που δεν κουράζεται ή δεν σταματά: ~ος: εργάτης (της επιστήμης)/ερευνητής (= ακάματος, ακαταπόνητος)/μαχητής (= ακατάβλητος)/μελετητής (= άοκνος)/οδηγός/ταξιδιώτης. Υπήρξε ~ δάσκαλος και σοφός παιδαγωγός.|| ~ος: αγώνας/ενθουσιασμός/ζήλος (= διαρκής, επίμονος). ~η: διάθεση/δράση/προσπάθεια/προσφορά. ~ο: πάθος. ● επίρρ.: ακούραστα [< μεσν. ακούραστος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.