Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ακριβοθώρητος , η, ο [ἀκριβοθώρητος] α-κρι-βο-θώ-ρη-τος επίθ. 1. (συνήθ. ειρων.) (κυρ. για πρόσωπο) που σπάνια ή δύσκολα μπορεί κάποιος να δει: Από τότε που μετακόμισες, έγινες ~!|| Ελιτίστικα και ~α πανεπιστήμια. 2. (σπάν.-κατ' επέκτ.-λογοτ.) εξαίρετος, αψεγάδιαστος, πολύτιμος: ~η: ομορφιά. ~ο: δημιούργημα.