Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ακριβοθώρητος , η, ο [ἀκριβοθώρητος] α-κρι-βο-θώ-ρη-τος επίθ. 1. (συνήθ. ειρων.) (κυρ. για πρόσωπο) που σπάνια ή δύσκολα μπορεί κάποιος να δει: Από τότε που μετακόμισες, έγινες ~!|| Ελιτίστικα και ~α πανεπιστήμια. 2. (σπάν.-κατ' επέκτ.-λογοτ.) εξαίρετος, αψεγάδιαστος, πολύτιμος: ~η: ομορφιά. ~ο: δημιούργημα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.