ακρόαση [ἀκρόαση] α-κρό-α-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως | -άσεις, -άσεων} 1. η ενέργεια του ακούω και ειδικότ. παρακολούθηση ομιλίας, εκπομπής: ατομική/διακριτική/ενεργητική/κριτική/μουσική ~. ~ ονλάιν. Κινητό τηλέφωνο ~ης χώρου. Γρήγορη ~ μηνυμάτων. ~ με ακουστικά. ~ ειδήσεων/μαθημάτων/ραδιοφωνικού σταθμού/τραγουδιών. Καλή ~! Πβ. άκουσμα. Βλ. λαθρ~, συν~.2. υποδοχή κάποιου από επίσημο φορέα σε προκαθορισμένο χρόνο και συνήθ. κατόπιν αίτησης, προκειμένου να προβάλει το αίτημά του ή ειδικότ. τις ικανότητές του: Διοργανώνω/εξασφαλίζω/ζητώ ~. Περνώ από ~. Καλώ σε ~ (βλ. οντισιόν, συνέντευξη). Πηγαίνω/συμμετέχω σε (ανοιχτή) ~. Επιτροπή ~ης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δέχθηκε σε ~ τον/την ...3. διαδικασία (δικαστηρίου, Αρχής, επιτροπής) κατά την οποία συγκεντρώνονται μαρτυρίες με στόχο τον προσδιορισμό ενός θέματος, ενός γεγονότος και τη λήψη απόφασης: Ημερομηνία διεξαγωγής της ~ης. Διενεργώ/διοργανώνω/πραγματοποιώ ~. Κλήθηκε σε ~ από το συμβούλιο, για να δώσει εξηγήσεις.|| (ΝΟΜ.) ~ μαρτύρων. Προκαταρκτική ~. ~ κεκλεισμένων των θυρών. Πβ. ακροαματική διαδικασία.4. ΙΑΤΡ. διάγνωση, με στηθοσκόπιο ή με γυμνό αυτί, της κατάστασης του οργανισμού από τους ήχους που παράγονται σε διάφορα όργανα του σώματος, κυρ. στη θωρακική ή κοιλιακή κοιλότητα: κλινική ~. ~ καρδιάς/πνευμόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή ακρόαση & ανοιχτή συνομιλία: λειτουργία του τηλεφώνου (συνήθ. του ενσύρματου) που επιτρέπει την επικοινωνία χωρίς χρήση ακουστικού με δυνατότητα συμμετοχής περισσότερων ατόμων στη συνομιλία: (Κινητό) τηλέφωνο με ~ ~. Τηλεδιάσκεψη μέσω τηλεφώνου με χρήση ~ής ~ης (= κλήση σύσκεψης)., δημόσια ακρόαση: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. διαδικασία δημόσιου διαλόγου, όπου παρέχεται σε φορείς, πολίτες ή οργανωμένα σύνολα η δυνατότητα διατύπωσης απόψεων, επιχειρημάτων και εισηγήσεων σε σχέση με συγκεκριμένο αίτημά τους ή με γενικού ενδιαφέροντος θέμα: Διεξάγεται/κλήθηκε σε/παρίσταμαι σε ~ ~. Το Ευρωδικαστήριο θα κρίνει μετά από ~ ~. [< γαλλ. audience publique] , δικαίωμα ακρόασης: ΝΟΜ. δικαίωμα των διαδίκων να παραστούν ενώπιον του δικαστηρίου και να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους με αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου να τους λάβει υπόψη. ● ΦΡ.: ούτε φωνή ούτε ακρόαση (προφ.): για πρόσωπο ή φορέα που δεν δίνει σημεία ζωής· για κατάσταση, διαδικασία για την οποία δεν υπάρχει καμία ενημέρωση: Του τηλεφώνησα τρεις φορές, αλλά ~ ~. Από τον Γιώργο ~ ~. Εδώ και έναν μήνα ~ ~. [< 1: αρχ. ἀκρόασις 2,3: γαλλ. audience 4: γαλλ. auscultation]
οντισιόν
οντισιόν[ὀντισιόν] ο-ντι-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: δοκιμαστική ακρόαση προσώπων, κυρ. καλλιτεχνών, και επιλογή των καταλληλότερων για συμμετοχή σε καλλιτεχνική παραγωγή: Επιλέχθηκε για τον ρόλο του πρωταγωνιστή, αφού πέρασε/ύστερα από ~. Ξεκίνησαν οι ~ για ... Τον κάλεσαν σε ~. Πβ. κάστινγκ. [< γαλλ. audition]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.