αλάνι [ἀλάνι] α-λά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παιδί του δρόμου· σπάν.-κατ' επέκτ. άνθρωπος του υπόκοσμου: τα ~ια της γειτονιάς. Όλο και κάποιο ~ έσπαγε τις γλάστρες. Πβ. αλητάκι, αλητόπαιδο, χαμίνι.|| (αργκό) Είναι και το πρώτο ~ της πιάτσας. Πβ. αλάνης, μάγκας, μόρτης. [< τουρκ. alan]
αλανιάρης, αλανιάρα [ἀλανιάρης] α-λα-νιά-ρης επίθ./ουσ. {αλανιάρηδες} (λαϊκό) 1. που είναι αλήτης ή ταιριάζει σε αυτόν. Πβ. μόρτης.2. (για πουλερικό ή ψάρι) που δεν έχει εκτραφεί σε ορνιθοτροφείο ή ιχθυοτροφείο αντίστοιχα: ~α: κότα (= ελευθέρας βοσκής)/τσιπούρα.
αλανιάρικος , η, ο [ἀλανιάρικος] α-λα-νιά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. που χαρακτηρίζει τον αλανιάρη: ~η: ζωή/κουβέντα. ~ο: ντύσιμο/φέρσιμο. ~α: τραγούδια. Πβ. αλήτικος.2. (για ζώα) που εκτρέφονται ελεύθερα στη φύση ή (για φυτά) που δεν καλλιεργούνται: ~ο: κοτόπουλο. ~α: χόρτα. ● επίρρ.: αλανιάρικα
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.