Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]


  • αλάνι [ἀλάνι] α-λά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παιδί του δρόμου· σπάν.-κατ' επέκτ. άνθρωπος του υπόκοσμου: τα ~ια της γειτονιάς. Όλο και κάποιο ~ έσπαγε τις γλάστρες. Πβ. αλητάκι, αλητόπαιδο, χαμίνι.|| (αργκό) Είναι και το πρώτο ~ της πιάτσας. Πβ. αλάνης, μάγκας, μόρτης. [< τουρκ. alan]
  • αλανιάρης, αλανιάρα [ἀλανιάρης] α-λα-νιά-ρης επίθ./ουσ. {αλανιάρηδες} (λαϊκό) 1. που είναι αλήτης ή ταιριάζει σε αυτόν. Πβ. μόρτης. 2. (για πουλερικό ή ψάρι) που δεν έχει εκτραφεί σε ορνιθοτροφείο ή ιχθυοτροφείο αντίστοιχα: ~α: κότα (= ελευθέρας βοσκής)/τσιπούρα.
  • αλανιάρικος , η, ο [ἀλανιάρικος] α-λα-νιά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. που χαρακτηρίζει τον αλανιάρη: ~η: ζωή/κουβέντα. ~ο: ντύσιμο/φέρσιμο. ~α: τραγούδια. Πβ. αλήτικος. 2. (για ζώα) που εκτρέφονται ελεύθερα στη φύση ή (για φυτά) που δεν καλλιεργούνται: ~ο: κοτόπουλο. ~α: χόρτα. ● επίρρ.: αλανιάρικα
  • αλάνικος , η, ο [ἀλάνικος] α-λά-νι-κος επίθ.: αλανιάρικος, αλήτικος: ~η: ζωή. ~α: τραγούδια. ● επίρρ.: αλάνικα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.