Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αλεξιβρόχιο [ἀλεξιβρόχιο] α-λε-ξι-βρό-χι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λόγ.): ομπρέλα για προστασία από τη βροχή.