Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αλεπονουρά [ἀλεπονουρά] α-λε-πο-νου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. αυτοφυές μονοετές ζιζάνιο (επιστ. ονομασ. Alopecurus myosuroides) με κιτρινοπράσινο φύλλωμα , που απαντάται σε όλη την Ευρώπη. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) αλεποουρά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.