Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αλιγάτορας [ἀλιγάτορας] α-λι-γά-το-ρας ουσ. (αρσ.) {αλιγατόρων}: ΖΩΟΛ. μεγάλο ερπετό που ζει σε ποταμούς της Αμερικής και της Κίνας, συγγενικό με τον κροκόδειλο, αλλά με πλατύτερο και πιο κοντό ρύγχος. Βλ. κροκοδειλοειδή. [< αμερικ. alligator]

κροκοδειλοειδή

κροκοδειλοειδή[κροκοδειλοειδῆ] κρο-κο-δει-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη ερπετών με δυνατά σαγόνια, τέσσερα κοντά πόδια και σκληρό, φολιδωτό δέρμα, χαρακτηριστικά είδη της οποίας είναι ο κροκόδειλος και ο αλιγάτορας. [< γαλλ. crocodiliens]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.