Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αλκαλοειδή [ἀλκαλοειδῆ] αλ-κα-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αλκαλοειδές}: ΧΗΜ. οργανικές αλκαλικές ενώσεις φυτικής κυρ. προέλευσης, οι οποίες περιέχουν τουλάχιστον ένα άτομο αζώτου στο μόριό τους και έχουν θεραπευτική ή τοξική δράση. Βλ. εφεδρ-, κιν-, μορφ-, νικοτ-, στρυχν-ίνη, κοκαΐνη. [< γαλλ. alcaloïdes, αγγλ. alcaloids]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.