Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αλληγορία [ἀλληγορία] αλ-λη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου που βασίζεται στη διπλή σημασία των λεγομένων και ειδικότ. συμβολική αφήγηση, περιγραφή, απεικόνιση μιας ιδέας, αφηρημένης έννοιας ή έργο που βασίζεται σε αυτόν τον λεκτικό τρόπο: διδακτική/θρησκευτική/ποιητική/πολιτική/φιλοσοφική ~. ~ της εξουσίας/του θανάτου. Συμβολισμοί και ~ες. Βλ. μεταφορά, μύθος, παραβολή. 2. (σπάν.) αόριστη, ασαφής και υπαινικτική έκφραση. Πβ. αοριστολογία. [< μτγν. ἀλληγορία, αγγλ. allegory, γαλλ. allégorie, γερμ. Allegorie]

μεταφορά

μεταφοράμε-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση από ένα σημείο ή τόπο σε άλλο: ασφαλής/δωρεάν/μαζική ~. ~ ανθρωπιστικής βοήθειας/επίπλων/οστών (πβ. ανα-, μετα-κομιδή)/τροφίμων/υλικών/φορτίων (πβ. κουβάλημα). ~ με αεροπλάνο/αυτοκίνητο/πλοίο. Το βάζο έσπασε κατά τη ~. ~ νερού προς τα άνυδρα νησιά. Διασυνοριακή ~ αποβλήτων. Έξοδα/θήκη/σάκος/συσκευασία ~άς.|| ~ της έδρας μιας εταιρείας. ~ εκλογικών δικαιωμάτων (πβ. μεταδημότευση). ~ προσωπικού σε διάφορες υπηρεσίες του δημοσίου (πβ. μετάταξη).|| (για πρόσ.) ~ ασθενών (πβ. διακομιδή)/λαθρομεταναστών (πβ. διακίνηση)/μαθητών (με σχολικά λεωφορεία)/στρατευμάτων. Ταξιδιωτικό πακέτο για διαμονή και ~ κατ' άτομο.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ανοδική ~ του αέρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ δανείου (σε άλλη τράπεζα)/κεφαλαίων/ποσού/υπολοίπου (σε άλλο λογαριασμό). Τραπεζική ~ χρημάτων (πβ. έμβασμα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δεδομένων από το κινητό στον υπολογιστή. Πρωτόκολλο ~άς Υπερκειμένου (= HTTP).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ γραμμής/σύνδεσης/τηλεφώνου. ~ κλήσης σε διαφορετική τηλεφωνική γραμμή ή αριθμό (βλ. εκτροπή). Βλ. τηλε~. 2. αναβολή, μετάθεση σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο: ~ αργίας/ημερομηνίας εξετάσεων στις ... ~ μαθημάτων στην εξεταστική του Σεπτεμβρίου. Πβ. μετατόπιση. 3. ανακοίνωση, γνωστοποίηση, μετάδοση: ~ μηνυμάτων/πληροφοριών. Πβ. δια-, μετα-βίβαση. 4. ΓΛΩΣΣ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια λέξη ή φράση χρησιμοποιείται με διαφορετική από την κυριολεκτική της σημασία, σε ορισμένο γλωσσικό περιβάλλον, προκειμένου να καταστεί πιο αισθητό, εκφραστικό το νόημα· βασίζεται σε μια λανθάνουσα αναλογία ή ομοιότητα ανάμεσα στη λέξη που λέγεται και σε αυτή που εννοείται: π.χ. παγερό βλέμμα. Τολμηρή ~. || Νεκρή ~ (: αυτή που μέσω της κατάχρησης έχει χάσει τη μεταφορική της αξία, π.χ. διαπλεκόμενα συμφέροντα). Βλ. παρομοίωση. ΑΝΤ. κυριολεξία 5. προσαρμογή, διασκευή λογοτεχνικού συνήθ. έργου, προκειμένου να παρουσιαστεί με άλλο καλλιτεχνικό κυρ. μέσο: θεατρική/κινηματογραφική/τηλεοπτική ~ βιβλίου. Ελεύθερη/πιστή/ρεαλιστική ~ του μυθιστορήματος στην οθόνη. ~ παραμυθιού επί σκηνής. ~ της ζωής (κάποιου) σε ταινία. ~ ενός μύθου στη σύγχρονη εποχή. 6. μετάφραση: ~ ξένου έργου/όρου στα Ελληνικά. Πβ. απόδοση, μεταγλώττιση. 7. ΜΟΥΣ. εκτέλεση μουσικής σύνθεσης σε άλλον τόνο, χαμηλότερο ή υψηλότερο: ~ μελωδίας από το κλειδί του σολ στο κλειδί του φα. Πβ. τρανσπόρτο. 8. ΦΥΣ. ροή θερμικής ή ηλεκτρικής ενέργειας από ένα σύστημα σε άλλο: ~ μάζας/ρεύματος. Μετάδοση της θερμότητας με ~ στα υγρά και τα αέρια.μεταφορές (οι): τομέας οικονομικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει το σύνολο των μέσων και των τρόπων με τους οποίους γίνεται η μετακίνηση ανθρώπων, αγαθών: ακτοπλοϊκές/αστικές/διεθνείς/εθνικές/εμπορευματικές/εναέριες/επιβατικές/θαλάσσιες/οδικές/σιδηροδρομικές/συνδυασμένες (: με δύο ή περισσότερα διαφορετικά μέσα μεταφοράς)/σχολικές/χερσαίες ~. Δίκτυο/εταιρεία ~ών. ~ εξωτερικού/εσωτερικού. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική/ενεργός μεταφορά: ΒΙΟΧ. διεργασία που απαιτεί κατανάλωση ενέργειας για τη μετακίνηση μορίων ή ιόντων μέσω κυτταρικής μεμβράνης. [< αγγλ. active transport, 1937] , εννοιολογική μεταφορά: ΓΛΩΣΣ. γλωσσικός μηχανισμός που επιτρέπει την απόδοση μιας αφηρημένης έννοιας (υποκειμενικής εμπειρίας) μέσω μιας απτής και συγκεκριμένης (αισθησιοκινητικής εμπειρίας): π.χ. έρχονται δύσκολα χρόνια, πέρασε η ώρα (: σύλληψη του χρόνου ως κινούμενου αντικειμένου σε σχέση με τον ομιλητή). [< αγγλ. conceptual metaphor] , Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς (συντομ. ΜΜΜ) & Μέσα (Μαζικής) Συγκοινωνίας: λεωφορεία, μετρό, τρόλεϊ, τραμ, τρένα, πλοία και αεροπλάνα που χρησιμοποιούνται για τη μετακίνηση του επιβατικού κοινού: ηλεκτροκίνητα ~ ~. Βλ. μέσα σταθερής τροχιάς., παθητική μεταφορά: ΒΙΟΧ. διεργασία κατά την οποία γίνεται μετακίνηση μορίων ή ιόντων μέσω κυτταρικής μεμβράνης, χωρίς κατανάλωση ενέργειας, δηλ. με διάχυση ή όσμωση. [< αγγλ. passive transport, 1953] , γραμμή μεταφοράς βλ. γραμμή, μεταφορά τεχνολογίας βλ. τεχνολογία ● ΦΡ.: εις μεταφοράν/εκ μεταφοράς: ΛΟΓΙΣΤ. (για αθροιστικό ποσό που καταγράφεται σε λογιστικό βιβλίο) που πρόκειται να μεταφερθεί στην επόμενη σελίδα ή μεταφέρθηκε από την προηγούμενη, αντίστοιχα. [< 1,4: μτγν. μεταφορά, γαλλ. transport, αγγλ. transfer 4: αρχ. ~, γαλλ. métaphore, αγγλ. metaphor]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.