Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αλληλοδιαψεύδονται [ἀλληλοδιαψεύδονται] αλ-λη-λο-δι-α-ψεύ-δο-νται ρ.: διαψεύδει ο ένας τον άλλο: Αυτόπτης μάρτυρας και κατηγορούμενος ~.