Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αλληλοεπηρεάζονται [ἀλληλοεπηρεάζονται] αλ-λη-λο-ε-πη-ρε-ά-ζο-νται ρ. & (σπάν.) αλληλεπηρεάζονται: επηρεάζει ο ένας τον άλλο: Οι πολιτισμοί ~.