Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αλληλοπαθητικός , ή, ό [ἀλληλοπαθητικός] αλ-λη-λο-πα-θη-τι-κός επίθ.: ΒΟΤ. που αναφέρεται στην αλληλοπάθεια: αντιµετώπιση των ζιζανίων µε ~ά φυτά (= που παράγουν τοξικές ουσίες). Φύλλα και σπόροι με ισχυρή ~ή δράση. Βλ. -παθητικός. [< αγγλ. allelopathic, 1960]

-παθητικός

-παθητικός, ή, ό: β' συνθετικό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο υφίσταται μία κατάσταση ή προκαλεί συγκεκριμένα συναισθήματα: τηλε~.|| (σπανιότ. ουσιαστικοπ., για ειδικό θεραπευτή) Ο/η ομοιο~/οστεο~.|| Aντι~/συμ~. Πβ. -παθής.