Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αλληλοσπαράσσονται [ἀλληλοσπαράσσονται] αλ-λη-λο-σπα-ράσ-σο-νται ρ.: (για πρόσωπα ή ομάδες που) συγκρούονται μεταξύ τους μέχρι εξοντώσεως: ~ σαν αγρίμια. Πρώην φίλοι και συνεργάτες ~ για την εξουσία/το χρήμα. ~όμενες: φατρίες. Πβ. αλληλοτρώγονται. [< γαλλ. s΄entre-dévorer]