αλληλόμορφος , η, ο [ἀλληλόμορφος] αλ-λη-λό-μορ-φος επίθ.:βλ. -μορφος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλόμορφο (γονίδιο) & αλληλόμορφος (ο) & αλλήλιο (το): ΒΙΟΛ. εναλλακτική μορφή γονιδίων που ελέγχουν με διαφορετικό τρόπο την ίδια ιδιότητα και βρίσκονται στην ίδια γονιδιακή θέση στα ομόλογα χρωμοσώματα: πολλαπλά ~α. Ζεύγος/ποικιλότητα ~ων. Βλ. απλότυπος, επικρατές γονίδιο, υπολειπόμενο γονίδιο. [< αγγλ. allelomorph, 1902, allele, 1931, γαλλ. gène allélomorphe, 1903, allèle, 1936]
απλότυπος
απλότυπος[ἁπλότυπος] α-πλό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: ΒΙΟΛ. κάθε σύνολο αλληλόμορφων γονιδίων· το γενετικό υλικό που κληρονομείται από τον κάθε γονέα. Βλ. γονό-, φαινό-τυπος. [< αγγλ. haplotype, 1967]
-μορφος
-μορφος, η, ο β' συνθετικό για τη δήλωση 1. ομοιότητας, κυρ. εξωτερικής: ανθρωπό-μορφος (βλ. -ειδής)/ζωό~/λεοντό~/τερατό~.2. ιδιότητας, χαρακτηριστικού της μορφής: δύσ-μορφος/ομοιό~/πολύ~.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ερυθρό-μορφος/μελανό~ (αμφορέας).
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.