Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αλλοπρόσαλλος , η, ο [ἀλλοπρόσαλλος] αλ-λο-πρό-σαλ-λος επίθ.: απρόβλεπτος, ασυνάρτητος, αντιφατικός: ~ος: καιρός (πβ. άστατος, ευμετάβλητος)/τρόπος. ~η: εποχή/κατάσταση/συμπεριφορά. ~ο: έργο. ● επίρρ.: αλλοπρόσαλλα [< αρχ. ἀλλοπρόσαλλος]