Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αμβλύνω [ἀμβλύνω] αμ-βλύ-νω ρ. (μτβ.) {άμβλυ-νε, -νθηκε, -(μ)μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) καθιστώ κάτι λιγότερο έντονο, οξύ ή δυσάρεστο: ~ τις αντιθέσεις/διαφορές (πβ. μειώνω)/εντυπώσεις. Μέτρα που ~ουν τις επιπτώσεις. Ο χρόνος θα ~ει (= απαλύνει) τον πόνο. ~εται η ένταση (= αποκλιμακώνεται, ΑΝΤ. κλιμακώνεται)/το πρόβλημα (ΑΝΤ. εντείνεται)/το χάσμα. Πβ. μετριάζω. ΣΥΝ. απαμβλύνω ΑΝΤ. επιτείνω (1), οξύνω (1) 2. για κάποια αίσθηση ή πνευματική λειτουργία που εξασθενεί προοδευτικά: Η μνήμη/όρασή του έχουν ~νθεί (= μειωθεί) αισθητά. ~(μ)μένη αντίληψη/κρίση/συνείδηση. 3. (σπάν.) κάνω κάτι αμβλύ, ελαττώνω την αιχμηρότητα, την οξύτητα κάποιου εργαλείου, οργάνου. ΑΝΤ. ακονίζω (1), τροχίζω (1) [< αρχ. ἀμβλύνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.