αμελητέος , α, ο [ἀμελητέος] α-με-λη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που δεν αξίζει να τον προσέχει, να του δίνει κάποιος σημασία: ~ος: αριθμός/κίνδυνος (= ασήμαντος, ΑΝΤ. σημαντικός). ~α: διαφορά/δύναμη. ~ο: ζήτημα/πρόβλημα. ~οι: παράγοντες. ~ες: απώλειες/επιπτώσεις/ζημιές (= ελάχιστες). Ποσό διόλου ~ο. Πβ. ανάξιος λόγου, μηδαμινός. Βλ. -τέος. ● ΣΥΜΠΛ.: αμελητέα ποσότητα1. (μτφ.) για κάτι ή κάποιον ανάξιο λόγου: Μας αντιμετωπίζουν σαν ~ες ~ες.2. ελάχιστη: ~ ~ αίματος. ~ες ~ες ενέργειας. [< γαλλ. quantité négligeable] [< μτγν. ἀμελητέος]
-τέος
-τέος, α, ο (λόγ.): επίθημα ρηματικών επιθέτων∙ δηλώνει ενέργεια που πρέπει να γίνει: αμελη~/αποδοκιμασ~/απορριπ~/πληρω~/προστατευ~. Βλ. -τός.|| (ουσιαστικοπ.) Οι εισακ-τέοι/μετεξετασ~.|| (ΜΑΘ.) Αφαιρε~/διαιρε~/μειω~/προσθε~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.