Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αμελητέος , α, ο [ἀμελητέος] α-με-λη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που δεν αξίζει να τον προσέχει, να του δίνει κάποιος σημασία: ~ος: αριθμός/κίνδυνος (= ασήμαντος, ΑΝΤ. σημαντικός). ~α: διαφορά/δύναμη. ~ο: ζήτημα/πρόβλημα. ~οι: παράγοντες. ~ες: απώλειες/επιπτώσεις/ζημιές (= ελάχιστες). Ποσό διόλου ~ο. Πβ. ανάξιος λόγου, μηδαμινός. Βλ. -τέος. ● ΣΥΜΠΛ.: αμελητέα ποσότητα 1. (μτφ.) για κάτι ή κάποιον ανάξιο λόγου: Μας αντιμετωπίζουν σαν ~ες ~ες. 2. ελάχιστη: ~ ~ αίματος. ~ες ~ες ενέργειας. [< γαλλ. quantité négligeable] [< μτγν. ἀμελητέος]

-τέος

-τέος, α, ο (λόγ.): επίθημα ρηματικών επιθέτων∙ δηλώνει ενέργεια που πρέπει να γίνει: αμελη~/αποδοκιμασ~/απορριπ~/πληρω~/προστατευ~. Βλ. -τός.|| (ουσιαστικοπ.) Οι εισακ-τέοι/μετεξετασ~.|| (ΜΑΘ.) Αφαιρε~/διαιρε~/μειω~/προσθε~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.