Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αμφιταλαντεύομαι [ἀμφιταλαντεύομαι] αμ-φι-τα-λα-ντεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {αμφιταλαντεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): διστάζω να επιλέξω ανάμεσα σε δύο (εναλλακτικές) δυνατότητες: ~εται (= ταλαντεύεται) μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Προς στιγμή(ν) ~τηκαν (: ήταν αναποφάσιστοι). ~θηκε (για το) αν θα έπρεπε να ... Ποτέ δεν ~τηκε (= αμφέβαλε) για την ορθότητα της απόφασής του. Πβ. παλαντζάρω. ΣΥΝ. αμφιρρέπω ● Μτχ.: αμφιταλαντευόμενος , η, ο: ~η: στάση. Πβ. αμφίρροπος. [< μτγν. ἀμφιταλαντεύομαι]