Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • ανάγραμμα [ἀνάγραμμα] α-νά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. λέξη ή φράση που προκύπτει από αναγραμματισμό, με χρήση κυρ. στην ποίηση, για συγκάλυψη ονομάτων ή μηνυμάτων και δημιουργία ψευδωνύμων ή τίτλων έργων (λ.χ. πολίτες-οπλίτες). [< γαλλ. anagramme, αγγλ. anagram]
  • αναγραμματισμός [ἀναγραμματισμός] α-να-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. σχηματισμός νέας λέξης ή φράσης με αλλαγή της σειράς των γραμμάτων ή των συλλαβών της αρχικής (π.χ. φαλάκρα-φαράκλα-καράφλα). Βλ. καρκινική λέξη. [< μτγν. ἀναγραμματισμός, γαλλ. anagrammatisme, αγγλ. anagrammatism]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.