Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανάριος , α, ο [ἀνάριος] α-νά-ριος επίθ. (λογοτ.) 1. αραιός: ~ια: γένια/σύννεφα.|| ~ιο: πλέξιμο/ύφασμα (= αγανό). ΑΝΤ. πυκνός (1) 2. σποραδικός: Ακούστηκαν ~ιες πιστολιές. ● επίρρ.: ανάρια: ΣΥΝ. αραιά και πού, κάπου κάπου ● ΦΡ.: ανάρια ανάρια το φιλί, για να 'χει νοστιμάδα & αλάργα αλάργα το φιλί ... (παροιμ.): κάτι πρέπει να γίνεται σε αραιά χρονικά διαστήματα, για να μην επέρχεται κορεσμός. Βλ. το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/παπάς. [< μεσν. ανάριος]