Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανάσχεση [ἀνάσχεση] α-νά-σχε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σταμάτημα ή συγκράτηση αρνητικής ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ της εξάπλωσης της πυρκαγιάς/επέλασης του στρατού (ΣΥΝ. αναχαίτιση)/επιδημίας. Μέτρα ~ης του πληθωρισμού (πβ. τιθάσευση, χαλιναγώγηση). Πβ. ανακοπή, αποτροπή.|| Αναπτυξιακή/οικονομική ~ (πβ. στασιμότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανάσχεση της κυκλοφορίας: προσωρινή διακοπή, επιβράδυνση της κυκλοφορίας των οχημάτων: ~ ~ λόγω έργων/τροχαίου. Πβ. μποτιλιάρισμα. [< μτγν. ἀνάσχεσις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.