Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανέλπιστος , η, ο [ἀνέλπιστος] α-νέλ-πι-στος επίθ.: (συνήθ. με θετ. συνυποδ.) που συμβαίνει απροσδόκητα: ~ος: θρίαμβος/σύμμαχος. ~η: βοήθεια/εξέλιξη (: που δεν την περιμένεις και σε εκπλήσσει ευχάριστα)/επιτυχία/ευκαιρία/νίκη/σωτηρία/τροπή (των γεγονότων)/τύχη/χαρά. ~ο: δώρο/όνειρο. ~α: κέρδη. Μας συνέβη κάτι το (εντελώς) ~ο. Πβ. αναπάντεχος, απρόβλεπτος, απρόσμενος, ουρανοκατέβατος. ΑΝΤ. αναμενόμενος ● επίρρ.: ανέλπιστα: Ένα ~ καλό αποτέλεσμα. ~ γρήγορα/σύντομα. [< αρχ. ἀνέλπιστος, γαλλ. inespéré]