ανέχομαι [ἀνέχομαι] α-νέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {ανέχ-τηκα (λόγ.) -θηκα, ανεχ-τώ, -όμενος} (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.): δεν παραπονιέμαι για κάτι, δέχομαι, υπομένω: Δεν ~ την εκμετάλλευση/την κοροϊδία. Αρκετά σε ~τηκα! Γιατί/πώς τον ~τηκες τόσα χρόνια; Σας ευχαριστώ που με ~τήκατε! Δεν μπορώ να ~τώ άλλο αυτή την κατάσταση. Πβ. αντέχω, καταπίνω, υποφέρω, υφίσταμαι. Βλ. παραβλέπω. ΑΝΤ. αντιδρώ (1) [< αρχ. ἀνέχομαι]
παραβλέπω
παραβλέπωπα-ρα-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {παρέβλε-ψα (προφ.) παράβλεψα, παραβλέπ-οντας}: δεν λαμβάνω υπόψη μου κάτι, αδιαφορώ, συνήθ. σκόπιμα: Χωρίς να ~ τα αρνητικά σημεία, θεωρώ ότι τα θετικά υπερισχύουν. Δεν μπορώ να ~ συνέχεια τα λάθη του (πβ. ανέχομαι, αντιπαρέρχομαι, παρακάμπτω). ~ει τις εντολές του/τους κινδύνους (πβ. αψηφώ). ~ψαν (= παρέλειψαν) να μας ενημερώσουν. ~οντας το γεγονός ότι ... Πβ. παρορώ. ΣΥΝ. αγνοώ (2), παραθεωρώ ● ΦΡ.: βλέπω και παραβλέπω (προφ.-εμφατ.): βλέπω πάρα πολύ καλά. [< μτγν. παραβλέπω]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.